Έτσι το είχα φανταστεί. Τα χέρια μας να αγκίζονται κρυφά. Τα χέρια μας να αγκίζονται απαλά. Τα χέρια μας να παίρνουνε φωτιά. Τα γόνατά μας κάτω από το τραπέζι, όλα να καίγονται, να ανάβουν φώτα στην παραλία και στο βάθος να κυλάνε τα νερά που δε θα γυρίσουν πίσω.
Έτσι το είχα φανταστεί. Μιά εκδρομή. Μέσα σε ένα αμάξι που θα τρέχει με ταχύτητα αφήνοντας πίσω του τοπία δίχως ανθρώπους, κτίρια σιωπηλά, μεγάλα, φωτεινά, δίχως ανθρώπους, σύννεφα που συνεχώς αλλάζουν την μορφή τους εκλιπαρώντας την προσοχή μας. Όλα να γίνονται παρελθόν σε δευτερόλεπτα.
Έτσι το είχα φανταστει. Να διασχίζουμε δρόμους με άγνωστα ονόματα, κοιτάζοντας τα παράθυρα με τις σκιές των ανθρώπων να περνάνε γρήγορα σαν αερικά. Να βαδίζουμε γλείφοντας λέξεις, μουσκεύοντας παλιές πληγές με καινούριες που με την σειρά τους θα γίνουν και αυτές παρελθόν. Ένα παρελθόν κλειστό σαν πληγή. Μία ουλή στο χέρι σου. Σαν ρυτίδα που μιλά για το παρελθόν, μια πληγή. Το χέρι μου που σου χαϊδεύειι τα μαλλιά. Το χέρι μου που σου χαϊδεύει το στήθος, εγώ που χαϊδεύω αυτή τη ρυτίδα στο χέρι σου.
Έτσι το είχα φανταστει. Το πρόσωπό μου να αναβοσβήνει. Να ανάβει και να σβήνει όπως το φώς του ραδιοφώνου, ένα σήμα κινδύνου που χάνεται μέσα στο σκοτάδι και στην απαλή βροχή. Ένα φώς το είχα φανταστεί, να φωτίσει δικαιολογίες, να επουλώσει κρυφές πληγές. Για λίγο. Ώσπου να γυρίσω το κεφάλι και να έχει γίνει παρελθόν. Μιά ανάμνηση δύσκολο να την προσπεράσεις, δύσκολο να την αγνοήσεις. Πότε στο αριστερό σου χέρι και πότε στο δεξί. Πότε καθόλου, πουθενά.
Έτσι το είχα φανταστεί. Μια θέση δίπλα σου να αντέχω το βάρος της μοναξιάς, ανάβοντας ένα τσιγάρο να σε τυλίγει ο καπνός όπως οι λέξεις. Μέσα στο στόμα μου οι λέξεις σα τον καπνό να στις φυσάω στο δικό σου στόμα.
Λίγες.
Να στις πώ λαχανιασμένα πριν διαλύσουν στο σάλιο σου, γράμματα σαν δαχτυλίδια καπνού. Με τα μάτια κλειστά. Με τα μάτια αμίλητα. Με τα μάτια υγρά και κατακόκκινα απ' τον καπνό και τις λέξεις που φυσάω στο στόμα σου, και πνίγεσαι και δακρύζεις και βήχεις. Γιατί κανείς δε μπορεί να καταπιεί ολόκληρες της λέξεις "αγάπη" και "για πάντα". Παντα κάποιο γράμμα γλιστράει από τα χείλη και χάνεται, πέφτει μετρώντας ερείπια από άλλα γράμματα, από άλλες λέξεις που έμειναν μισές.
Τσακισμένες.
Έτσι το είχα φανταστεί. Να βγαίνουμε από το σκοτάδι σε ένα ποτάμι από φώς. Σαν μονάδα, φορώντας ο ένας το κορμί του άλλου.
Έτσι το είχα φανταστεί.
Σημείωση: διασκευή του "για πάντα"
Έτσι το είχα φανταστεί. Μιά εκδρομή. Μέσα σε ένα αμάξι που θα τρέχει με ταχύτητα αφήνοντας πίσω του τοπία δίχως ανθρώπους, κτίρια σιωπηλά, μεγάλα, φωτεινά, δίχως ανθρώπους, σύννεφα που συνεχώς αλλάζουν την μορφή τους εκλιπαρώντας την προσοχή μας. Όλα να γίνονται παρελθόν σε δευτερόλεπτα.
Έτσι το είχα φανταστει. Να διασχίζουμε δρόμους με άγνωστα ονόματα, κοιτάζοντας τα παράθυρα με τις σκιές των ανθρώπων να περνάνε γρήγορα σαν αερικά. Να βαδίζουμε γλείφοντας λέξεις, μουσκεύοντας παλιές πληγές με καινούριες που με την σειρά τους θα γίνουν και αυτές παρελθόν. Ένα παρελθόν κλειστό σαν πληγή. Μία ουλή στο χέρι σου. Σαν ρυτίδα που μιλά για το παρελθόν, μια πληγή. Το χέρι μου που σου χαϊδεύειι τα μαλλιά. Το χέρι μου που σου χαϊδεύει το στήθος, εγώ που χαϊδεύω αυτή τη ρυτίδα στο χέρι σου.
Έτσι το είχα φανταστει. Το πρόσωπό μου να αναβοσβήνει. Να ανάβει και να σβήνει όπως το φώς του ραδιοφώνου, ένα σήμα κινδύνου που χάνεται μέσα στο σκοτάδι και στην απαλή βροχή. Ένα φώς το είχα φανταστεί, να φωτίσει δικαιολογίες, να επουλώσει κρυφές πληγές. Για λίγο. Ώσπου να γυρίσω το κεφάλι και να έχει γίνει παρελθόν. Μιά ανάμνηση δύσκολο να την προσπεράσεις, δύσκολο να την αγνοήσεις. Πότε στο αριστερό σου χέρι και πότε στο δεξί. Πότε καθόλου, πουθενά.
Έτσι το είχα φανταστεί. Μια θέση δίπλα σου να αντέχω το βάρος της μοναξιάς, ανάβοντας ένα τσιγάρο να σε τυλίγει ο καπνός όπως οι λέξεις. Μέσα στο στόμα μου οι λέξεις σα τον καπνό να στις φυσάω στο δικό σου στόμα.
Λίγες.
Να στις πώ λαχανιασμένα πριν διαλύσουν στο σάλιο σου, γράμματα σαν δαχτυλίδια καπνού. Με τα μάτια κλειστά. Με τα μάτια αμίλητα. Με τα μάτια υγρά και κατακόκκινα απ' τον καπνό και τις λέξεις που φυσάω στο στόμα σου, και πνίγεσαι και δακρύζεις και βήχεις. Γιατί κανείς δε μπορεί να καταπιεί ολόκληρες της λέξεις "αγάπη" και "για πάντα". Παντα κάποιο γράμμα γλιστράει από τα χείλη και χάνεται, πέφτει μετρώντας ερείπια από άλλα γράμματα, από άλλες λέξεις που έμειναν μισές.
Τσακισμένες.
Έτσι το είχα φανταστεί. Να βγαίνουμε από το σκοτάδι σε ένα ποτάμι από φώς. Σαν μονάδα, φορώντας ο ένας το κορμί του άλλου.
Έτσι το είχα φανταστεί.
Σημείωση: διασκευή του "για πάντα"