Φοβάσαι τον θυμό που μπορεί να σε σπρώξει να κάνεις καταπληκτικά ή απελπισμένα τρομακτικά πράγματα. Ταξίδεψε μέσα σου και βρές αυτο που σε οδηγεί για να μπορέσεις να ανακτήσεις τον έλεγχο, να ξέρεις πως η δύναμη που κρατάς είναι πραγματικά δική σου.
Κι όταν δεν ξεθυμαίνεις πια, έρχεται μία θύμηση που και που απ' τα παλιά και σε κάνει να χάνεις το φως σου εκεί που κάθεσαι και χάσκεις το απόλυτο κενό σου σαν ανύπαρκτος χάνος.
Κι όταν δεν ξεθυμαίνεις πια δεν έρχεται η επίγνωση των όσων θα μπορούσαν να γίνουν, και τίποτα δεν αναμετριέται με τα θηρία των θηριοδαμαστών που σε κυκλώνουν όλο και πιο στενά, και πλέον ασήκωτος παραμένεις στη θέση σου και κάποτε σκας σαν τζούφιο πυροτέχνημα για ένα λόγο ασήμαντο, όπως σαν μία πασιέντζα που δεν βγαίνει.
Έχεις ακούσει ποτέ τζούφιο πυροτέχνημα ρε αλήτη; Είναι σαν σώμα δίχως αίμα, που μέσα του χτυπά μία μηχανική καρδιά και γελά, γελά μαζί σου, με ένα τρόπο άτιμα βιομηχανοποιημένο. Και 'σύ εκεί να περιμένεις πως και πως τη στιγμή ενός σωτήριου χρωματιστού θορύβου να σε βγάλει από το κενό μια για πάντα...
Αντ' αυτού έρχεται μεμολυσμένο ένα μικρό μονόχρωμο κύμα μπαρουτιασμένου αέρα και σε ραπίζει για να μαθαίνεις πως γυρνούν και το άλλο μάγουλο όλο και πιο πρόθυμα, όλο και πιο απότομα.
Απόψε τα βρίσκω όλα ενοχλητικά κι ας πήρε τα χέρια μου στα χέρια της μέσα στην τρύπα αυτής της νύχτας.
τέλος καλό, όλα καλά... τέλος κακό;
Κι όταν δεν ξεθυμαίνεις πια, έρχεται μία θύμηση που και που απ' τα παλιά και σε κάνει να χάνεις το φως σου εκεί που κάθεσαι και χάσκεις το απόλυτο κενό σου σαν ανύπαρκτος χάνος.
Κι όταν δεν ξεθυμαίνεις πια δεν έρχεται η επίγνωση των όσων θα μπορούσαν να γίνουν, και τίποτα δεν αναμετριέται με τα θηρία των θηριοδαμαστών που σε κυκλώνουν όλο και πιο στενά, και πλέον ασήκωτος παραμένεις στη θέση σου και κάποτε σκας σαν τζούφιο πυροτέχνημα για ένα λόγο ασήμαντο, όπως σαν μία πασιέντζα που δεν βγαίνει.
Έχεις ακούσει ποτέ τζούφιο πυροτέχνημα ρε αλήτη; Είναι σαν σώμα δίχως αίμα, που μέσα του χτυπά μία μηχανική καρδιά και γελά, γελά μαζί σου, με ένα τρόπο άτιμα βιομηχανοποιημένο. Και 'σύ εκεί να περιμένεις πως και πως τη στιγμή ενός σωτήριου χρωματιστού θορύβου να σε βγάλει από το κενό μια για πάντα...
Αντ' αυτού έρχεται μεμολυσμένο ένα μικρό μονόχρωμο κύμα μπαρουτιασμένου αέρα και σε ραπίζει για να μαθαίνεις πως γυρνούν και το άλλο μάγουλο όλο και πιο πρόθυμα, όλο και πιο απότομα.
Απόψε τα βρίσκω όλα ενοχλητικά κι ας πήρε τα χέρια μου στα χέρια της μέσα στην τρύπα αυτής της νύχτας.
τέλος καλό, όλα καλά... τέλος κακό;